Διαγωνισμός Παιδικού Παραμυθιού

Η Ελληνική Αγωγή ανακοινώνει τον πρώτο διαγωνισμό παιδικού παραμυθιού! 

Οι μικροί μας συγγραφείς προέρχονται από το Εργαστήρι Δημιουργικής Γραφής με τίτλο “Γράψε το δικό σου Παραμύθι” που επιμελήθηκε και παρουσίασε η δημοφιλής συγγραφέας Κατερίνα Μανανεδάκη. Τα παιδιά ξετυλίξαν το κουβάρι της φαντασίας τους και μετά από τέσσερεις εβδομάδες δημιουργίας και χρυσόσκονης, τα παραμύθια είναι έτοιμα για να τα διαβάσετε και να τα απολαύσετε!

Όλα τα έργα των παιδιών είναι καταπληκτικά και τους αξίζουν συγχαρητήρια. Ένα όμως από αυτά, θα κερδίσει το μεγάλο βραβείο. Και αυτό θα το αποφασίσετε εσείς! 

Κανόνες συμμετοχής στην ψηφοφορία: 

Ο νικητής του διαγωνισμού θα δει την ιστορία του να εκδίδεται σε ένα κανονικό παραμύθι με την επιμέλεια της Κατερίνας Μανανεδάκη, από την Ελληνική Αγωγή! 

Στόχος του Εργαστηρίου Δημιουργικής Γραφής της Ελληνικής Αγωγής είναι να φέρει τα παιδιά πιο κοντά στο βιβλίο και τη συγγραφή, διευκολύνοντας την έκφραση μέσω του γραπτού λόγου. 

Η ψηφοφορία θα διαρκέσει έως τις 30 Ιανουαρίου. Τα αποτελέσματα θα ανακοινωθούν αμέσως μετά. Η έκδοση του βιβλίου θα πραγματοποιηθεί έως τον Δεκέμβριο του 2021.

Η ψηφοφορία ξεκινά!

Επιλέξτε το αγαπημένο σας παραμύθι και ψηφίστε το
χρησιμοποιώντας τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σας.

Άννα Μαρία Μ.
Η Αφροδίτη και το μυστήριο του χαμένου κεραυνού
Mαρία Ψ.
Η Αφροδίτη και ο Ερμής: Μυστικοί ερευνητές του Δία. Ο Χαμένος Κεραυνός
Μαριντίνα Β.
Ο Αστερίας που ήθελε να γίνει αστέρι στον ουρανό
Ευαγγελία Παϊσία Δ.
H κουκουβάγια που φοβόταν να πετάξει
Πανωραία Αικατερινία Μπ.
Ο αστερίας που ήθελε να γίνει αστέρι στον ουρανό
Αριστοστέλης Ζ.
Ο αστερίας που ήθελε να γίνει αστέρι στον ουρανό
Χάρης Μ.
Η κουκουβάγια της Αθηνάς φοβάται να πετάξει
Μαρία B.
Ο Ερμής ντέντεκτιβ (Η υπόθεση του χαμένου κεραυνού)
Σπύρος Ν.
Η κουκουβάγια της Αθηνάς φοβάται να πετάξει
Γεωργία-Μαρία Τ.
O Ερευνητής Ερμής και το μυστήριο του χαμένου κεραυνού
Οδυσσέας Β.
Ο χαμένος κεραυνός του Δία
Ευχαριστούμε
H ψήφος σας καταχωρήθηκε
🗙
Λυπούμαστε
Έχετε ήδη ψηφίσει
🗙
Λυπούμαστε
Συνέβη κάποιο τεχνικό πρόβλημα,
παρακαλώ δοκιμαστε ξανά αργότερα
Συμπληρώστε το email σας
για να αποθηκευτεί η ψήφος σας.

Ο Ερμής ντέντεκτιβ (Η υπόθεση του χαμένου κεραυνού)
Μαρία B.

Έναν καιρό και μια φορά μπορεί τώρα ή παλιά όταν κάποτε κοιτούσε ο Δίας τους κεραυνούς του, όταν ο θεός Ήλιος είχε βάρδια και το φεγγάρι ήτανε ροζ, ο Ερμής  γνωστός σε όλους, μα και ο πρωταγωνιστής αυτής της υπέροχης ιστορίας, κατέφτασε με ένα πολύ σημαντικό μήνυμα. «Μεγάλε Δία!», φώναξε ο Ερμής. «Έχω άσχημα νέα λυπάμαι…».

Μα πριν πει ο,τιδήποτε, ο λαχανιασμένος Ερμής Φτερόπουλος, ύψους  1,80,ο Ζευς συνειδητοποίησε πως δεν φρόντιζε τον αγαπημένο  του κεραυνό, αλλά το συννεφένιο του τραπέζι!!!!!Κι έτσι κατάλαβε πως τον είχε χάσει!!!! Από την αγωνία του, ο Δίας χτύπησε δυνατά το χέρι του στο θρόνο και προκάλεσε μία ρωγμή.  Έβραζε απ’  τον θυμό του ,ίδρωσε από την οργή του και είπε με τη βαριά του τη φωνή τα εξής: «ΈΧΑΣΑ ΤΟΝ ΚΕΡΑΥΝΟ ΜΟΥ!!!! Αυτό ήθελες να μου πεις;» Ο Ερμής κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Έπειτα, ο Δίας του είπε: <<Ερμή, σου αναθέτω την αποστολή να φέρεις πίσω τον κεραυνό μου! Ναπάρεις την Αφροδίτη μαζί σου. Μπορεί να ξέρει πού είναι, επειδή γνωρίζει τα μυστικά του ουρανού.

Ο Ερμής πήγε στον Άδη να βρει την Αφροδίτη. Η Αφροδίτη έκανε παρέα  με την Περσεφόνη. Έφτιαχναν έναν νέο κήπο στον Πλούτωνα. Ο Ερμής άρπαξε την Αφροδίτη και βγήκαν  έξω από τον Άδη. Ο Ερμής εξήγησε στην Αφροδίτη τι είχε συμβεί και της μεταβίβασε την επιθυμία του Δία να τον βοηθήσει στην αναζήτηση του κεραυνού. Η Αφροδίτη δέχτηκε να τον βοηθήσει αλλά ήθελε να πάει πρώτα στον Όλυμπο να αλλάξει φόρεμα. Είχε περάσει μία ώρα και  η Αφροδίτη ακόμα διάλεγε φορέματα!!!!

Τότε ο Ερμής …είχε μια ιδέα. Μάζεψε λίγα σύννεφα. Τα έβαψε ροζ, μπλε, μοβ, ασημί και πήγε στην Αθηνά για να ράψει ένα φόρεμα από τα χρωματιστά σύννεφα. Η Αθηνά δέχτηκε να ράψει το φόρεμα και αφού το τελείωσε, του είπε: «Το φόρεμα που έφτιαξα είναι μαγικό. Μπορεί να σας κάνει αόρατους, όποτε το ζητήσετε».

Ο Ερμής και η Αφροδίτη ξεκίνησαν για την αποστολή που τους ανέθεσε ο Δίας, δηλαδή να βρουν τον κλεμμένο κεραυνό. Ο Ερμής ανακοίνωσε στην Αφροδίτη ότι έπρεπε να φανταστεί πού μπορεί να ήταν ο αγαπημένος κεραυνός του Ζευ. Η Αφροδίτη σκέφτηκε για λίγα λεπτά. Έπειτα είπε στο αφτί του Ερμή: «Ερμή ακολούθησε με. Ξέρω πολύ καλά πού είναι ο κεραυνός του Δία». Ο Ερμής έπιασε την Αφροδίτη από τη μέση και πέταξαν με τα φτερωτά σανδάλια. Ξαφνικά όμως, στο μισό της διαδρομής το αριστερό σανδάλι του Ερμή έσπασε. Τουλάχιστον, προσγειώθηκαν με ασφάλεια. Την υπόλοιπη διαδρομή έπρεπε να την περπατήσουν. Καθώς περπατούσαν διέκριναν ένα χωριουδάκι με πολλά μικρά σπίτια. Η Αφροδίτη κατάλαβε ότι εκείνο ήταν το μέρος που φυλαγόταν ο κεραυνός, αφού είδε την λάμψη του στον γκρι ουρανό. Ο Ερμής, έπειτα είδε κάποιους περίεργους άντρες ντυμένους στα μαύρα. Υπέθεσε ότι το χωριό ήταν γεμάτο κλέφτες.

Η Αφροδίτη κάλεσε τον Έρωτα να φέρει τον αγαπημένο σκύλο της, τη Σοφία, για να τους προστατέψει από τους κλέφτες. Οι τρεις τους, ο Ερμής, η Αφροδίτη και το σκυλάκιμπήκαν άνετα στο χωριό, δίχως να ξέρουν τι τους περιμένει. Να όμως τι τους έτυχε. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού ήταν ληστές. Τους περικύκλωσαν, τους παγίδεψαν σε ένα δίχτυ και τους έκλεισαν σε ένα κλουβί. Στο σπίτι του αρχιληστή βρισκόταν ο χαμένος κεραυνός του Δία. Τη νύχτα της τρίτης ημέρας που τους είχαν στο κελί, η Σοφία σκαρφίστηκε μία πολύ πονηρή ιδέα. Σκέφτηκε να τρυπώσει από τα κενά του κλουβιού, για να δώσει το κλειδί στον Ερμή. Το ίδιο βράδυ εφάρμοσε το σχέδιό της και έδωσε τα κλειδιά στον Ερμή.Η Αφροδίτη ρώτησε τον Ερμή. Ξέρεις να ανοίξεις το μπουντρούμι; Παρατήρησα πως έκλεινε ο ληστής το κελί. Άρα, θα ανοίγει αντίθετα. Ο Ερμής άνοιξε το μπουντρούμι, έγιναν αόρατοι με τη βοήθεια του φορέματος και πήγαν να βρουν τον κεραυνό.

Όταν είδαν μία λάμψη στον ουρανό, κατάλαβαν ότι ο κεραυνός ήταν μέσα στο σπίτι του αρχιληστή. Η Αφροδίτη σκέφτηκε και είπε στον Ερμή. Αν πάρουμε τον κεραυνό, οι ληστές θα καταλάβουν ότι λείπει, καθώς δεν θα βλέπουν τη λάμψη του. Θα ανταλλάξουμε λοιπόν τον αληθινό κεραυνό με έναν άλλον κεραυνό του Δία.

Έτσι κι έγινε. Πήγαν στον Όλυμπο, ενημέρωσαν τον Δία για το πού βρισκόταν ο κεραυνός και του ανακοίνωσαν το σχέδιο τους. Ο Δίας συμφώνησε μαζί τους και τους έδωσε έναν παράξενο κεραυνό που του είχε φτιάξει ο Ήφαιστος για να τιμωρεί κακούς ανθρώπους. Όποιος άνθρωπος αντίκρυζε αυτό τον κεραυνό μεταμορφωνόταν σε ερπετό.

Πράγματι, πήραν τον καταραμένο κεραυνό στο χωριό των ληστών και τον αντάλλαξαν με τον κλεμμένο. Οι ληστές που αντίκρυσαν τον καταραμένο κεραυνό έγιναν σαύρες. Ξαφνικά όλο το χωριό ερήμωσε και γέμισε με σαύρες. Έπειτα, ανακοινώθηκε σε όλους τους Θεούς και σε όλους τους ημίθεους ότι βρέθηκε ο αγαπημένος κεραυνός του Δία.

Όλοι στον Όλυμπο γιόρτασαν το ευχάριστο γεγονός με νέκταρ, αμβροσία και μουσική. Κανείς πια δεν θα τολμούσε να κλέψει οτιδήποτε από τον Δία!Όλοι οι θεοί, μα κυρίως ο Ερμής κι η Αφροδίτη ένιωθαν μεγάλη ευτυχία, επειδή έγιναν σεβαστοί θεοί! Ο Ερμής από τη χαρά του, άρχισε να τρέχει προς την έξοδο του Ολύμπου. Τότε, ο Δίας του φώναξε: «Πρόσεχε το κουτί με τα πυροτεχνήματα!!!». Όμως ήταν αργά. Ο Ερμής σκόνταψε πάνω στο κουτί και τα πυροτεχνήματα εξερράγησαν, προκαλώντας πανικό στους παρευρισκόμενους!

H κουκουβάγια που φοβόταν να πετάξει
Ευαγγελία Παϊσία Δ.

Αφιέρωση: Στην κυρία Γεωργία Τζιώτη, που μου έμαθε τα πρώτα μου γράμματα στο σχολείο και στην κυρία Κική Λυριντζή που ήταν δασκάλα μου στον παιδικό σταθμό και φυσικά στο αρκουδάκι μου, που κοιμάται μαζί μου οκτώ χρόνια!

 

Έναν καιρό και μια φορά, μπορεί τώρα ή παλιά, ήταν μια κουκουβάγια που την έλεγαν Βάγια, και ζούσε στον Όλυμπο.

Η Βάγια, έπρεπε να πάει ένα γράμμα στο Βόρειο Πόλο. Της το είχε δώσει το σκουληκάκι που ζούσε στον κήπο της. Ο Άη- Βασίλης, δεν είχε φέρει ποτέ δώρο στο μικρό σκουλικάκι. Κι έτσι αυτό παρακάλεσε τη Βάγια:

-Βάγια, μπορείς να πας αυτό το γράμμα, στον Άη-Βασίλη;

-Ναι και βέβαια μπορώσκουλικάκι! Δεν ξέρω να πετάω αλλά σίγουρα θα το κάνω, θα το καταφέρω!

-Βάγια,γιατί δεν μπορείς να πετάξεις;

-Είναι μεγάλη ιστορίασκουλικάκι μου . Πρώτα, δεν φοβόμουν καθόλου. Ώσπου μια μέρα με άρπαξε ένας αετός … Και από τότε είμαι μπλε. Από το φόβο μου δηλαδή, έγινα μπλε!

-Κατάλαβα Βάγια. Αλλά μπορείς σίγουρα, να μου κάνεις τη χάρη που σου ζήτησα;

-Ναι και βέβαια μπορώ σκουλικάκι μου.

Η Βάγια, έπρεπε οπωσδήποτε να πετάξει για να πάει το γράμμα, γιατί στη γη, είχαν εξαπλωθεί γιγάντιες αράχνες που κατασπάραζαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Ο Αστερούλης, ο καλύτερος της φίλος που ζούσε στον ουρανό, την είχε προειδοποιήσει αλλά και την είχε βοηθήσει:

-Βάγια, θα  θουδώθω αυτόν τον χάρτη και πρέπει να ακολουθήθεις τη θυγκεκριμένη διαδρομή. Να παρ’ τον,  εδώ τον έχω.

-Εντάξει Αστερούλη,  σε ευχαριστώ. Πάω αμέσως, να δώσω αυτό το γράμμα στον Άη -Βασίλη . Γειά παιδιά!

-Καλή τύχη Βάγια!

-Ωραία, το πρώτο σημείο στο χάρτη, είναι θάλασσα που μένει η Κοχυλένια, το μικρό πορτοκαλί κοχύλι στην ακρογιαλιά. Ενθουσιάστηκε η Βάγια.

-Γειά σου Βάγια, είμαι η Κοχυλένια και η δοκιμασία μου είναι, να πεις πολύ γρήγορα το «άσπρη πέτρα ξέξασπρη και από τον ήλιο ξεξασπρότερη».

-Εντάξει λοιπόν, συμφωνώ, θα το κάνω.

-Ωραία λοιπόν, πες το Βάγια.

-Ασπρη πέτρα ξεξ…

-Πιο γρήγορα Βάγια, πιο γρήγορα, πιο γρήγορα!

-Άσπρη πέτρα ξέξασπρη κι απ τον ήλιο ξεξασπρότερη.

-Μπράβο Βάγια τα κατάφερες!  Γειά καλή τύχη!

-Γειά σου Κοχυλένια.

-Το επόμενο σημείο στο χάρτη είναι ο γκρεμός των διακοσίων μέτρων. Τι; Διακοσίων μέτρων;  Έλα Βάγια θα τα καταφέρεις! Εμψυχώνει η Βάγια τον ίδιο της τον εαυτό. Ααααα! Πεινασμένος γαλαξίας αααα! Φωνάζει δυνατά.

-Είμαι ο Γαλαξίας και θα σε πιάσω πιτσιρικάκι μου! Χαχαχα!

-Ώχ όχι, ο γκρεμός των διακοσίων μέτρων μπροστά μου! Πρέπει να πετάξω. Θα το κάνω. Ούιιιιι. Πετάω γιούπιιιι.

-Να το ξέρεις, την άλλη φορά, θα σε πιάσωστα σίγουρα Βάγια! Επειδή δεν σε έπιασα μια φορά, δεν σημαίνει ότι δεν θα σε πιάσω και την επόμενη. Ακούς; Θα σε πιάσω. Ε ακούς;

Ο Γαλαξίας φώναζε και φώναζε.

Και τότε η κουκουβάγια άνοιξε τα φτερά της και ένιωσε χαρά, υπερηφάνεια και ελευθερία.

-Τώρα, πρέπει να πάω αυτό το γράμμα,εκεί που πρέπει.

Η μικρή κουκουβάγια έκανε μια μεγάλη πτήση, έφτασε κοντά στο Βόρειο Πόλο και τότε βλέπει ξαφνικά μπροστά της, κάτι γιγάντια κέικ σοκολάτας. Δεν μπορούσε να αντισταθεί και έφαγε ένα. Και μόλις το έφαγε , ξέχασε γιατί κράταγε αυτόν τον χάρτη, γιατί κράταγε κι αυτό το γράμμα και γιατί πετούσε προς το Βόρειο Πόλο . Άνοιξε τότε το γράμμα και διάβασε ότι ένα σκουληκάκι ήθελε να του φέρει δώρο ο Αη-Βασίλης.

Συνέχισε τότε το ταξίδι της, πήγε προς τον Βόρειο Πόλο και εκεί συνάντησε τον Αη-Βασίλη και του έδωσε το γράμμα που έλεγε:

«Αγαπητέ Άη- Βασίλη,

Θέλω να πάρω ένα λούτρινο μικρό αρκουδάκι με έναν καρό φιόγκο στο λαιμό του. Μπορείς να μου το χαρίσεις σε παρακαλώ; Αυτό θα ήθελα να σου ζητήσω Άη- Βασίλη.

Με αγάπη ο φίλος σου το σκουλικάκι.

Διεύθυνση :3η βουνοπλαγιά Όλυμπος στο ψηλότερο σπίτι  πριν τα παλάτια των Θεών.

Ο Άη Βασίλης λέει στη Βάγια:

-Και βέβαια Βάγια, θα σου δώσω το αρκουδάκι που ζήτησε ο φίλος σου.  Αλλά σου έχω κι εσένα ένα δώρο. Άκουσα, ότι έχεις ένα μικρό λούτρινοελεφαντάκι. Θα σου δώσω εγώ τώρα κι ένα μεγαλύτερο ελεφαντάκι!Χοχοχο.

-Ω, ευχαριστώ πολύ Άη- Βασίλη.

Η Βάγια χάρηκε πάρα πολύ, που θα έπαιρνε καινούριο ελεφαντάκι. Κι εκείνη τη στιγμή, εντελώς ξαφνικά, πετάχτηκε από τον πάγο το μικρό λούτρινοελεφαντάκι.

-Πως βρέθηκες εδώ μικρούλι μου ; Το ρώτησε με απορία η Βάγια.

-Δε ξέλω. Άκουσα όμως ότι θα έχω ένα μεγαλύτερο φίλο και γι αυτό ήλθα εδώ.

-Κατάλαβα . Γι αυτό έφτασες ως εδώ….Πρέπει όμως, τώρα να πηγαίνουμε. Αντίο Άη- Βασίλη, καλά να περάσεις.

-Μην ξεχάσετε να πάρετε τα δώρα σας . Γειά σας και καλή τύχη.

Όταν έφτασε η Βάγια στο σπίτι του σκουλικιού, χτύπησε με αγωνία το κουδούνι.

-Ήρθατε επιτέλους παιδιά. Φώναξε το σκουλικάκι.

-Σου φέλαμε ένα ζωλο. Είπε το ελεφαντάκι, που ήταν πάντα δίπλα στη Βάγια.

-Τι δώρο; Μήπως αυτό που ζήτησα; Το καφέ αρκουδάκι με τον καρό φιόγκο στο λαιμό του; Ρώτησε με αγωνία το σκουλικάκι.

-Ναιιιι αυτό σου φέραμε! Του απάντησε η Βάγια.

-Ω μπράβο φιλαράκι μου τα κατάφερες. Ενθουσιάστηκε το σκουλικάκι. Ξεπέρασες το φόβο σου. Ας κάνουμε λοιπόν μια τρελή γιορτή. Με μπαλόνια, κομφετί, πινιάτες, χορό, μουσική, τραγούδια και φυσικά φαγητό.

-Τι φαγητό; Ρώτησε το ελφαντάκι.

-Κεφτεδάκια, πατάτες τηγανιτές, τούρτα με φράουλα Ολύμπου και φυσικά νέκταρ και αμβροσία .  Το σκουλικάκι είχε έτοιμο το μενού!

-Ας ξεκινήσει λοιπόν η γιορτή . Έδωσε το σύνθημα η Βάγια.

Πρώτα πρώτα,έβγαλαν από το κουτί το αρκουδάκι με τον φιόγκο, μετά  ευχαρίστησαν τον Αστερούληπου τους έδωσε τον χάρτη και αμέσως μετά ξεκίνησαν να γιορτάζουν το κατόρθωμα της Βάγιας!

 

O Ερευνητής Ερμής και το μυστήριο του χαμένου κεραυνού
Γεωργία-Μαρία Τ.

Μια φορά κι έναν καιρό,
σε έναν κόσμο μακρινό,
στην αρχαία την Ελλάδα
ήταν πάντοτε λαμπροί,
οι δώδεκα Θεοί.
Με τον Δία αρχηγό
και την Ήρα τη ζηλιάρα υπαρχηγό.
Γέννησαν δύο παιδιά, τρανά και δυνατά.
Τον Άρη τον πολεμοχαρή
και τον Ήφαιστο, δυνατό στην τεχνική.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε το δέντρο της ζωής,
τον Ουρανό, τη Γαία,
τον Κρόνο και τη Ρέα,
μαζί με τα παιδιά τους,
που θέλουνε να πάνε
όλοι στην αγκαλιά τους.
Καλό είναι να θυμόμαστε
τον φτερωτό Ερμή,
την Αφροδίτη την κομψή,
την Αθηνά την σοφή,
αλλά και την Άρτεμη στο στόχο εξαιρετική.
Τον Απόλλωνα πιστό στη μαντική,
να παίζει μουσικές,
που αγκαλιάζουν τις καρδιές.
Ο Διόνυσος κι αυτός μεθυσμένος,
τρώει, πίνει,
γλεντάει και καταπίνει.

Κι ενώ ήταν όλα ήρεμα και ωραία στον Όλυμπο, ακούστηκε ένας μεγάλος θόρυβος, που κούνησε όλη τη γη. Ήταν από το πόδι του Δία. Ο Δίας ήταν έξω φρενών. Έβγαζε ατμούς θυμού από τα αυτιά του, γιατί ο Προμηθέας έκλεψε τη φωτιά από τον Ήφαιστο και την έδωσε στους ανθρώπους. Τότε ο Δίας μέσα στον θυμό του, έριξε τον κεραυνό στην γη και του έπεσε.

Κάλεσε τότε τον Ερμήνα κατέβει στην γη, για να του φέρει τον κεραυνό, δίνοντας του ένα κουτί, για να το προσφέρει ως δώρο στους ανθρώπους.

Ο Ερμής ανυποψίαστος για το τι έχει μέσα το κουτί, καλεί για βοηθό του τον Ούλη-Φτερωτούλη και κατεβαίνουν στη γη. Καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, ο Ούλης-Φτερωτούλης τρωγόταν να μάθει τι είχε μέσα το κουτί.

-Επιτέλους, Ερμή, γιατί δεν το ανοίγουμε να δούμε τι έχει μέσα; Μπορεί να έχει σοκολατάκια…Κι έχω μια λιγούρα…Προτείνω να το κρατήσουμε για μας και να μην το δώσουμε στους ανθρώπους.

-Ούλη-Φτερωτούλη, σοβαρέψου. Θα θυμώσει πολύ ο Δίας μαζί μας αν το μάθει.

-Ερμή, μπορούμε να πούμε ότι μας έπεσε στο δρόμο.

-Ούλη-Φτερωτούλη, είναι Θεός και θα το καταλάβει… Εξάλλου μπορεί να μας παρακολουθεί…

Ο Ούλης-Φτερωτούλης τσατισμένος δέχτηκε. Η περιέργεια όμως δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Κάποια στιγμή που ο Ερμής δεν τον έβλεπε, ανοιγόκλεισε στιγμιαία το κουτί.

Ήταν αρκετό για να ξεσπάσει συμφορά. Όλοι, εκτός από τον Ερμή και τον Ούλη-Φτερωτούλη, άρχισαν να φτερνίζονται και να βήχουν.

Τα πράγματα όμως ήταν σοβαρά. Ο Ερμής είχε καταλάβει πως ο Ούλης-Φτερωτούλης δεν τον είχε ακούσει.

Φτάσανε στην κεντρική πλατεία της πόλης και παρέδωσαν το κουτί. Το κακό όμως είχε ήδη σκορπίσει.

Ο κόσμος αρρώσταινε, οι πόρτες και τα παράθυρα κλείνανε και δεν συναντούσαν άνθρωπο στο δρόμο να τους βοηθήσει, για να βρουν τον κεραυνό. Μετά από αρκετές μέρες περιπλάνησης και απορίας, συνάντησαν έναν κάτοικο με κρυμμένο το πρόσωπο του. Ο Ερμής αναρωτήθηκε:

-Τι γίνεται; Πού χάθηκαν όλοι; Γιατί οι δρόμοι είναι άδειοι;

Ο κάτοικος του απάντησε ευθύς αμέσως:

-Δεν σας έχουν ενημερώσει; Υπάρχει πανδημία σε όλον τον πλανήτη. Το στόμα σας πρέπει να είναι καλυμμένο, να κρατάτε αποστάσεις μεταξύ σας και αν φτερνιστείτε, να βάλετε τον αγκώνα σας. Αυτά είπε κι έφυγε.

-Ερμή μου, φοβάμαι εδώ. Είπε ο Ούλης -Φτερωτούλης. Πάμε, πάμε να φύγουμε. Εδώ θα πεθάνουμε.

-Ούλη-Φτερωτούλη, μη φοβάσαι. Τον ενθάρρυνε ο Ερμής. Κανένα μικρόβιο δεν θα μας εμποδίσει να βρούμε τον κεραυνό.

Λίγο αργότερα, ο Ούλης-Φτερωτούλης φοβισμένος πλησιάζει τον Ερμή και του λέει:

-Ερμή μου, θέλω να σου πω κάτι. Νομίζω πως όλο αυτό το κακό, εγώ το προκάλεσα, γιατί δεν σε άκουσα, άνοιξα για λίγο το κουτί και ήταν αρκετό για να γίνει όλος αυτός ο χαμός.

Τότε ο Ερμής θυμωμένος του απάντησε:

-Είδες για να χώνεις τη μύτη σου εκεί που δεν σε σπέρνουν;

-Τι θα κάνουμε τώρα αρχηγέ μου;

Ξαφνικά, ο Ούλης-Φτερωτούλης φτερνίζεται.

-Ατσουυυυ! Αμάν την πατήσαμε, Ερμή μου, θα πεθάνω.

Ο Ερμής βρίσκεται σε απόγνωση. Από τη μια ο Δίας ο θυμωμένος και από την άλλη ο Ούλης -Φτερωτούλης ο καημένος.

Ο Ερμής πρέπει να ξεχάσει για λίγο την αποστολή του και να καθίσει δίπλα στο βοηθό-φίλο του, να τον φροντίσει και να τον εμψυχώσει.

-Να είσαι δυνατός, Ούλη-Φτερωτούλη, και θαρραλέος σαν λιοντάρι. Να μην φοβάσαι και να μην απελπίζεσαι. Θα θεραπευτείς.

Έπειτα από μερικές μέρες, όλα διορθώθηκαν και ο Ερμής περιχαρής μαζί με τον πρόσχαρο Ούλη-Φτερωτούλη συνέχισαν την προσπάθεια για την ανακάλυψη του μυστηριώδους χαμένου κεραυνού. Μέρα-νύχτα έψαχναν, αλλά δεν έβρισκαν τίποτα.

Τότε αποκαρδιωμένοι κι απογοητευμένοι γύρισαν οι ήρωες στον Όλυμπο και είπαν τα άσχημα νέα στον Δία. Ο Δίας εξαγριωμένος με αυτά που άκουσε, συμβούλεψε τον Ερμή να ψάξει και στον Όλυμπο ανάμεσα στους Θεούς, μήπως κάποιος έκλεψε τον κεραυνό από τη γη.

Ο Δίας καλά είχε προβλέψει και συμβουλέψει τον Ερμή.Πηγαίνοντας ο Ερμής και ο Ούλης- Φτερωτούλης στα βάθη της θάλασσας και στο παλάτι του Ποσειδώνα και της γυναίκας του, της Αμφιτρίτης, πιάσανε τον Ποσειδώνανα προσπαθεί να κρύψει τον κεραυνό σε ένα σεντούκι κάτω από το κρεβάτι του.

Είπε τότε ο Ερμής στον Ούλη-Φτερωτούλη, να πάει στον Όλυμπο, να τα πει στο Δία και να του πει να έρθει στο παλάτι του Ποσειδώνα. Έτσι κι έγινε. Ο Δίας, ο Ερμής και ο Ούλης-Φτερωτούλης βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον Ποσειδώνα.

-Πως τόλμησες,Ποσειδώνα, να μου πάρεις τον κεραυνό; Φέρ’ τον πίσω. Φώναξε αγριεμένος ο Δίας.

Ο Ποσειδώνας αρνήθηκε.

-Κι όμως, Δία. Ο κεραυνός δεν είναι μόνο δικός σου.

Θυμωμένος ο Δίας απάντησε:

-Είμαι ο Θεός του ουρανού. Δικός μου είναι, εάν δεν το έχεις καταλάβει…

Όσο ο Δίας και ο Ποσειδώνας τσακώνονταν, ο Ερμής με τον Ούλη-Φτερωτούλη, πήραν τον κεραυνό και τον επέστρεψαν στο παλάτι του Δία.

Αμέσως μετά, ο Ερμής πήγε να παραλάβει τον Δία, όπου στην διαδρομή προς τον Όλυμπο του εκμυστηρεύτηκε όλα τα γεγονότα.

Ο Δίας ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα, δεν τιμώρησε τον Ούλη-Φτερωτούλη για τις σκανδαλιές του. Ο Ερμής όμως εξακολουθούσε να είναι προβληματισμένος για την κατάσταση που επικρατούσε στη γη. Πλησιάζει τότε στον Δία και του λέει:

-Δία, πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε με τους ανθρώπους εκεί κάτω. Περνούν δύσκολα. Πρέπει να δείξεις μεγαλοσύνη και συμπόνια. Δεν φταίνε αυτοί για την ξεροκεφαλιά του Προμηθέα.

-Μην ανησυχείς Ερμή, το έχω ήδη φροντίσει. Έχω στείλει το Θεό της Ιατρικής, τον Ασκληπιό. Είναι σε καλά χέρια. Πήγε μαζί του ο Απόλλωνας κι ο Διόνυσος, για να φάνε, να πιούνε και να  τραγουδήσουνε. Να, κοίτα τους!

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Να φύγει ρε παιδιά,
Να φύγει ρε παιδιά,
Ο ιός αυτός, να πάει μακριά.
Να φύγει ρε παιδιά,
Να φύγει ρε παιδιά,
Να φύγουν οι λοιμώξεις κι οι μολύνσεις πια.

Να μας αφήσει ελεύθερους,
χωρίς τις αποστάσεις,
Να είμαστε ξανά μαζί,
σε όλες μας τις δράσεις.

Να μην το δω στα χέρια μου,
στα μάτια μου ξανά,
Να περπατώ ελεύθερα
χωρίς κάποιο μπελά.

Να φύγει ρε παιδιά,
Να φύγει ρε παιδιά,
Να φύγει ρε παιδιά.

Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

~ΤΕΛΟΣ~

Η Αφροδίτη και ο Ερμής: Μυστικοί ερευνητές του Δία. Ο Χαμένος Κεραυνός
Mαρία Ψ.

Στον Όλυμπο:

Έναν καιρό και μια φορά, όχι τώρα, ούτε πολύ παλιά, στον Όλυμπο κατοικούσαν οι Δώδεκα Θεοί. Καθώς ο Δίας πέρασε μια βόλτα από το μουσείο των κεραυνών του, είδε ότι έλειπε ένας κεραυνός. Στην αρχή, δεν ανησύχησε.

-Δεν πειράζει, ένας κεραυνός είναι. Ο πιο σημαντικός,άλλωστε, είναι στη θέση του.

Τουλάχιστον, έτσι πίστευε… Μέχρι που συνειδητοποίησε ότι ο κεραυνός που έλειπε ήταν ο σημαντικότερος από τους κεραυνούς του. Τότε, προσπάθησεβάζοντας όλη του τη δύναμη να καλέσει τον κεραυνό του να επιστρέψει πίσω σε εκείνον. Δυστυχώς, όμως, χωρίς κανένα αποτέλεσμα!!! Αμέσως,πάτησε το κουμπί έκτακτου συναγερμού.

-Ιουυυ,ιουυυ,ιοουυ!!!

Αμέσως, όλοι οι Θεοί,ξαφνιασμένοι, έτρεξαν κοντά στον Δία για να τους πει τι είχε συμβεί:

-Δία, τι έγινε και πάτησες το κουμπί συναγερμού; Ρώτησαν με μια φωνήόλο ανησυχία.

-Θεοί του Ολύμπου, καταρχήν καλημέρα σας!

-Ωχ, άρχισε πάλι… Μουρμούρισαν ειρωνικά.

-Σας κάλεσα εδώ σήμερα, γιατί έχω να αντιμετωπίσω ένα ζήτημα τρομερό. Σήμερα, όπως ξέρετε, είναι η μέρα που πάμε στο μουσείο τ…

-Μπες κατευθείαν στο θέμα, Δία!

-Οκ, Άρη.

-Το θέμα είναι ότι ο «Κεραυνός της Ζωής» χάθηκε. Και πρέπει να τον βρούμε το συντομότερο.

-Θα πάω εγώ να τον βρω, Δία. Προσφέρθηκε αμέσως η Αφροδίτη.

-Θα έρθω κι εγώ μαζί σου Αφροδίτη, πετάχτηκε ο Ερμής.

-Τέλειοοοο, έτσι; Η περιπέτεια θα είναι σούπερ-ντούπερ φανταστική! Ενθουσιάστηκε η Αφροδίτη.

-Ωραία,λοιπόν, παιδιά μου, αλλά νομίζω πως πρέπει να ξεκινήσετε άμεσα την αναζήτηση. Και καλύτερα να μην ψάξετε στον Όλυμπο, γιατί ο χαμένος κεραυνός μου νομίζω πως δε βρίσκεται εδώ.

-Ελήφθη, κύριε.

-Ελάτε τώρα ρε παιδιά, μην αστειεύεστε!

-Χιχιχι, χαχαχα, χοχοχο! Κοίτα φάτσα ο Δίας…

-ΠΑΙΔΙΑΑΑΑ!

-Εντάξει, εντάξει, φεύγουμεεεε!

-Έτσι μπράβο. Και περιμένω να επιστρέψετε γρήγορα.

Η Αφροδίτη και ο Ερμής έφυγαν σφαίρα από τον Όλυμπο.

Μια ώρα μετά:

-Τι θα γίνει, βρε Αφροδίτη; Μια ώρα ψάχνουμε χωρίς κανένα αποτέλεσμα…

-Τίποτα δεν έχουμε ψάξει ακόμη στην πραγματικότητα,Ερμή. Κι αυτό, γιατί εδώ και μια ώρα, δεν κάνουμε τίποτα άλλο από το να τσακωνόμαστε για το από που θα έπρεπε να είχαμε ξεκινήσει την έρευνα μας. Ως εδώ, λοιπόν, με έχεις βγάλει από τα ρούχα μου!

-Ηρέμησε, Αφροδίτη μου. Θα κάνουμε αυτό που πρότεινες εσύ από την αρχή. Θα ξεκινήσουμε να ψάχνουμε από τον ναό του Δία.

Μετά από δέκα ώρες:

-Αφροδίτη, κοίτα, βρήκα ένα χαρτί με δυο γρίφους.

-Ποιος το άφησε εκεί Ερμή; Ορκίζομαι ότι είχα ψάξεικαι πριν λίγο σε αυτό το σημείο και δεν το είδα. Έλα, λέγε, ποιος πιστεύεις πως μας το άφησε;

-Περίμενε καλέ, κάτι λέει:«Ανώνυμος Πληροφοριοδότης» ή «Κύριος Νέμο». Για διάβασε τι γράφει:

«Αγαπητοί φίλοι, σας στέλνω αυτό το μήνυμα, για να σας πω από που να ξεκινήσετε να ψάχνετε. Να και δυο γρίφοι για να τους λύσετε, ώστε να μπορέσετε να συνεχίσετε με επιτυχία :

  1. Πάνω κάτω δεξιά αριστερά, βρες το παζλ κι όταν φωτιστεί στο κέντρο, πρέπει να το φτιάξεις. Τον δεύτερο γρίφο στη συνέχεια.»

-Πάμε, λοιπόν, να βρούμε το πάζλ.

Λίγο αργότερα:

-Ερμή, νομίζω πως δεν θα λύσουμε ποτέ το γρίφο και δεν θα βρούμε ποτέ τον χαμένο κεραυνό του Δία .

-Ποτέ μη λες ποτέ Αφροδίτη.

Κι ενώ συνέχισαν να ψάχνουν για αρκετές ώρες ακόμη οι δυο ερευνητές , ξαφνικά, η Αφροδίτη βλέπει γύρω τους να πετάνε αετοί και κοντεύει να πάθει…εγκεφαλικό!

Ο Ερμής προσπαθεί να την καθησυχάσει και τον πιάνει από την ταραχή του νευρικός λόξυγκας.

-Ευχαριστώ για τη βοήθεια Ερμή, είμαι καλύτερα τώρα.

Και ξέρεις ε; Σκέφτομαι, πως τόση ώρα ψάχνουμε πάνω,αριστερά, δεξιά, αλλά κάτω δεν ψάξαμε ακόμη. Κοίτα λίγο εκείνο το συντριβάνι, τα λουλούδια που βρίσκονται δίπλα του, δεν έχουν συνήθως τα χρώματα του ουράνιου τόξου;

-Μπράβο,Αφροδίτη. Είσαι ιδιοφυία. Βρήκες τη λύση του πάζλ! Ενθουσιάζεται ο Ερμής και του περνάει αμέσως ο νευρικός λόξυγκας.

-Θα το φτιάξω τώρα σε χρόνο ντε-τε.

-Κάν’ το αμέσως Αφροδίτη.

-Έτοιμο κιόλας, Ερμή!

-Είναι μια ασπίδα!Τώρα πρέπει να ασχοληθούμε με το τι μας ζητάει ο δεύτερο γρίφος. Για να τον δούμε…

  1. «Ό,τι βρήκες στο πρώτο παζλ, βάλτο σε μένα που δεν κουνιέμαι και θα κουνηθώ. Βρες αυτό που θα σου ζητηθεί να βρεις κι έτσι θα οδηγηθείς στο τέλος αυτής της περιπέτειας. Ανώνυμος Πληροφοριοδότης.»

-Μάλλον, Ερμή, πρέπει να τοποθετήσουμε κάπου την ασπίδα που βρήκαμε από τον πρώτο γρίφο. Αλλά που πρέπει να την τοποθετήσουμε; Έχεις καμιά ιδέα;

-Σε ένα άγαλμα ίσως Αφροδίτη;

-Τι;

-Σε κάποιο άγαλμα λέω…

-Μμμμ. Νομίζω πως πρέπει να ζητήσουμε βοήθεια από τη  γοργόνα Μαριλένα που ζει στη λίμνη Ράιχενμπάιχ και ξέρει τα πάντα και για τους γρίφους και για τα αγάλματα . Πάμε αμέσως να τη συναντήσουμε.

Ο Ερμής και η Αφροδίτη καταφέρνουν μετά από πολύ δρόμο να συναντήσουν τη φίλη τους, γοργόνα Μαριλένα και εκείνη τους συμβουλεύει:

-Σταματήστε να ψάχνετε γρίφους, πάζλ και αγάλματα και γυρίστε και πάλι στον Όλυμπο. Βρείτε το Δία και ζητήστε του να σας εξηγήσει τα πάντα! Εγώ δεν μπορώ να σας πω τίποτα άλλο!

Οι δυο φίλοι ακολουθούν τη συμβουλή της, κι ενώ παίρνουν τον δρόμο της επιστροφής, ένα πελώριο κύμα σηκώνεται μέσα από τη λίμνη και τους κλείνει το δρόμο.

Ο Ερμής κοντεύει να τα παρατήσει.

-Δεν αντέχω άλλο Αφροδίτη.

-Αντέχεις, Ερμή, συνέχισε!

-Θα συνεχίσω Αφροδίτη και θα πετάξω ψηλά με τα φτερωτά μου σανδάλια. Κρατήσου πάνω μου και επιστρέφουμε πετώντας στον Όλυμπο. Πάμεεεεε!

Επιστροφή στο παλάτι των Θεών:

Ο Ερμής και η Αφροδίτη βρίσκουν τον Δία και ζητούν επιτέλους να τους εξηγήσει τι έχει συμβεί. Γιατί έχουν καταλάβει πως κάτι τους κρύβει…

-Παιδιά, συγχαρητήρια για το πείσμα σας και την επιμονή σας. Αλλά τώρα είναι η ώρα να σας αποκαλύψω ποιος πραγματικά έκλειψε τον κεραυνό. Λοιπόν…Αυτός που έκλεψε τον κεραυνό είναι…ΕΓΩ! Το έκανα για να σας δοκιμάσω. Να σας βάλω να ζήσετε μια περιπέτεια. Ελπίζω να με συγχωρήσετε που σας ταλαιπώρησα λίγο!

-Τι λες Ερμή; Τον συγχωρούμε;

-Ναι, Αφροδίτη. Ας τον συγχωρήσουμε. Άλλωστε ζήσαμε πραγματικά μια πολύ ωραία περιπέτεια.

Κι έτσι, έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

~ΤΕΛΟΣ~

Ο αστερίας που ήθελε να γίνει αστέρι στον ουρανό
Αριστοστέλης Ζ.

Μια φορά κι έναν καιρό, ένα βράδυ σκοτεινό, στην Ατλαντίδα 2 ζούσε ένας αστερίας , ο Αστερούλης Αστερόπουλος που μπορούσε να πετάει στο διάστημα και να λάμπει και σαν αστέρι.

Ποιος να το έλεγε όμως, πως όλο αυτό ήταν ένα όνειρο  και δεν συνέβαινε στα αλήθεια!

Ο Αστερούλης σηκώθηκε στεναχωρημένος από το κρεβάτι του, ούτε πρωινό δεν πήρε, ήθελε βλέπετε, το όνειρο του να ήταν πραγματικότητα. Πήγε με το ζόρι στο σχολείο και οι φίλοι του, ο Νούλης ο Αχινούλης και η Λίτσα η Σαρδελίτσα, βλέποντας ότι κάτι δεν πάει καλά,τον πλησίασαν αμέσως με ενδιαφέρον.

-Τι έχεις Αστερούλη;

-Τι να έχω; Μακάρι να ήμουν ένα λαμπερό αστέρι στον ουρανό, όπως αυτό στο όνειρο μου . Μουρμούρισε στεναχωρημένος ο Αστερούλης κι έφυγε από κοντά τους,κλαμένος ,γύρισε στο σπίτι του.

Μα η δασκάλα του η Ιόλη η γοργόνα, άκουσε τα πάντα και τον ακολούθησε. Ήθελε να μάθει τι συμβαίνει.

Ο Αστερούλης στο μεταξύ , τηλεφώνησε σε έναν άλλον φίλο του τον χαρταετό Ανεμούλη που πάντα είχε κάτι έξυπνο να πει :

-Ανεμούλη, τι να κάνω που θέλω να γίνω ένα λαμπερό αστέρι στον ουρανό ; Τον ρώτησε με αγωνία.

-Ίσως να έχω μια ιδέαγια να σε βοηθήσω Αστερούλη. Φτιάξε μια στοίβα από πέτρες στην πλατεία της πόλης, θα ανέβω εγώ πάνω της, μετά εσύ θα σκαρφαλώσεις στην πλάτη μου και έτσι θα φτάσεις ψηλά στον ουρανό όπως ονειρεύεσαι.

Όμως η δασκάλα Ιόλη, άκουσε τη συνομιλία των δυο φίλων και τηλεφώνησε αμέσως στον δήμαρχο Εξουσιολιθρίνη.

-Κύριε Δήμαρχε, ένας μαθητής μου θέλει να φύγει από την πόλη.

-Σοβαρά μιλάτε κυρία Ιόλη; Αν φύγει , ίσως θελήσουν και οι άλλοι να τον ακολουθήσουν, πράγμα που είναι ανεπίτρεπτο. Θα τον εμποδίσω κι ας του συντρίψω τα όνειρα! Αποφάσισε ο Δήμαρχος.

Έτσι, δυο μέρες πριν ολοκληρωθεί το σχέδιο του Αστερούλη, ο Δήμαρχος έστειλε δυο φρουρούς του καρχαρίες και κάλεσε τον μικρό αστερία στο δημαρχείο. Ο Δήμαρχος, καθόταν σοβαρός στο γραφείο του.

-Κάθισε κι εσύ Αστερούλη του είπε.

-Όχι ευχαριστώ. Θέλω να μάθω γιατί με φωνάξατε.

-Γιατί άκουσα ότι θες να πας στον ουρανό, στο διάστημα. Όμως πρόσεξε, είναι επικίνδυνα. Μη φύγεις καλύτερα από την πόλη. Υπάρχουν μεγάλοι κίνδυνοι έξω από δω. Δες για παράδειγμα αυτό το αγκίστρι. Με πλήγωσε όταν ήμουν μικρός και μου έκοψε ένα κομμάτι της ουράς μου. Γι αυτό στο λέω και στο ξαναλέω, πρόσεχε.

Ο Αστερούλης όμως δεν εγκατέλειψε το όνειρο του. Έφτιαξε τη στοίβα με τις πέτρες στην πλατεία και σκαρφάλωσεπάνω της αλλά ο δήμαρχος πήγε κοντά του, πέταξε το αγκίστρι του και ο Αστερούλης έπεσε κάτω στην άμμο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, αμέσως μετά, θυμωμένος  τον έδιωξε κι από την πόλη.

Πέντε λεπτά αργότερα, αστυνομικοί περικύκλωσαν τους πολίτες, λέγοντας τους ότι κανείς δεν θα φύγει, κανείς δεν πρέπει να κουνηθεί.

Ο Αστερούλης,  έτρεχε, κι έτρεχε , προσπαθούσε να σωθεί μέχρι που σκόνταψε σε μια μεγάλη πέτρα, δίπλα ακριβώς, σε έναν μεγάλο ναό.  Ανασηκώθηκε με δυσκολία και είδε πάνω στον τοίχο του ναού ένα γρίφο που έλεγε:

«Τι μπορείς να πάρεις χωρίς να μπορείς να το επιτρέψεις και τι μπορείς να επιστρέψεις χωρίς να μπορείς να το ξαναπάρεις;»

Ο Αστερούλης βούρκωσε και συγκινημένος μονολόγησε:

-Τα αγαπημένα μου πρόσωπα.

Αμέσως, γεμάτος δύναμη και πείσμα, πήρε το δρόμο του γυρισμού αποφασισμένος να βοηθήσει τους αγαπημένους του φίλους ,που ζούσαν σαν αιχμάλωτοι εξαιτίας του Δημάρχου της πόλης του.

Έφτασε στην πλατεία και φώναξε στους αστυνομικούς που κρατούσαν ακίνητους τους πολίτες:

-Είστε αστυνομικοί αλλά δεν κάνετε καλό στους ανθρώπους. Αντί να τους προστατεύεται από τους κινδύνους, εσείς τους…προστατεύετε από άτομα σαν το Δήμαρχο, που είναι και επικίνδυνος και πολύ κακός .

Οι αστυνομικοί αλλά και όλοι οι πολίτες, άκουσαν με προσοχή τα λόγια του Αστερούλη και κατάλαβαν πως είχε απόλυτο δίκαιο . Έτσι όλοι μαζί , αποφάσισαν και έδιωξαν το δήμαρχο από την πόλη ,όπως άλλωστε του άξιζε.

Το βράδυ, ο Αστερούλης και οι φίλοι του, χαρούμενοι και ικανοποιημένοι,  κάθισαν όλοι μαζί να γιορτάσουν την επιτυχία τους . Ο Αστερούλης, σηκώθηκε όρθιος στη μέση της παρέας και μίλησε δυνατά:

-Δεν πειράζει που δεν μπορώ να γίνω ένα αστέρι στον ουρανό, γιατί είμαι εδώ με όλους εσάς που αγαπώ. Και στο κάτω κάτω , ποιος ξέρει…Ίσως και τα αστέρια του ουρανού να θέλουν να γίνουν αστερίες!

 

~ΤΕΛΟΣ~

Η κουκουβάγια της Αθηνάς φοβάται να πετάξει
Χάρης Μ.

Μια φορά κι έναν καιρό , ήταν μια κουκουβάγια που την έλεγαν Βάγια Πρασινομάτα και το αγαπημένο της φαγητό ήταν τα μακαρόνια με κιμά.

Η Βάγια ενώ μέχρι πριν λίγο καιρό πετούσε κανονικά, ξαφνικά ,άρχισε να φοβάται τον πόλεμο που άκουσε πως γινόταν κάπου κοντά και έτσι σταμάτησε εντελώς να πετάει . Φοβόταν επίσης πως ποτέ δεν θα γίνει τόσο σοφή όσο η αγαπημένη της Θεά Αθηνά. Κι όσο φοβόταν, τόσο της ήταν αδύνατο να ξαναπετάξει.

Βοηθός και καλός φίλος της κουκουβάγιας μας ήταν ο Φεγγαράκης Φεγγαράκος που είχε φανταστικό ύψος 4.50μ και φανταστικό βάρος 500 κιλά.  Ζούσε στον σκοτεινό ουρανό και έπαιζε φεγγαρόμηλα με τις φίλες του την Βάγια κουκουβάγια και την στρογγυλή Γη. Το αγαπημένο του φαγητό ήταν οι πέτρες και το χώμα και περισσότερο από όλα φοβόταν τους μετεωρίτες. Σκοπός της ζωής του ήταν να βοηθήσει την Βάγια να ξαναπετάξει ψηλά .

Η Βάγια ζούσε στην Αθήνα, σε ένα πανέμορφο δάσος με πολλά πράσινα και καμαρωτά δέντρα που καμιά φορά όμως όταν νύχτωνε, έμοιαζαν  σαν στοιχειωμένες σκιές και την τρόμαζαν. Κοντά της ζούσαν κι άλλα ζώα με τις οικογένειες τους και κάνανε παρέα όλοι μαζί. Την άνοιξη που η φύση γινόταν πιο ζωντανή και λαμπερή σε σχέση με τον χειμώνα, ερχόντουσαν κι άλλοι φίλοι της και κάνανε παρέα και περνούσαν υπέροχα.

Κάθε βράδυ, όταν έπεφτε το μαύρο σκοτάδι, η Βάγια και ο φίλος της ο Φεγγαράκης συναντιόντουσαν. Ο Φεγγαράκης ήθελε πολύ να βοηθήσει με κάθε τρόπο και μέσο τη φίλη του την Βάγια να ξαναπετάξει και να γίνει τολμηρή. Μάλιστα, ήταν έτοιμος να λάμψει ακόμη περισσότερο για να της δώσει θάρρος .

Μια μέρα , εντελώς στα ξαφνικά, εμφανίστηκε ένα αστέρι και αποκάλυψε στον Φεγγαράκη πως για να ξαναπετάξει η Βάγια θα πρέπει να κουνήσει τα φτερά της τριάντα φορές, να παίξει δέκα φορές κρυφτό χωρίς σταματημό και να τολμήσει να εμφανιστεί τη μέρα ώστε να τη δει ο ήλιος.

Κι ενώ ο Φεγγαράκης, τα μετέφερε όλα αυτά στη φίλη του κι ενώ εκείνη ήθελε να τα κάνει όλα για να μπορέσει να ξαναπετάξει, παρουσιάστηκε  ο Δίας για να την εμποδίσει. Βλέπετε,η Βάγια, χωρίς να το θέλει είχε τραυματίσει σε κάποιο από τα παιχνίδια της, τον αγαπημένο του αετό .

Ήταν όμως αποφασισμένη να κάνει το όνειρο της πραγματικότητα κι έτσι ζήτησε συγνώμη από τον Δία, έκανε όλες τις δοκιμασίες που είπε το αστεράκι και κατάφερε να διώξει τα γκρίζα σύννεφα του πολέμου που έγιναν βροχή και εξαφανίστηκαν.

Στο τέλος, παρακάλεσε τον φίλο της τον Φεγγαράκηνα λάμψει με το πιο δυνατό του φως και έτσι η Βάγια , χωρίς να φοβάται πια τίποτα, ξαναβρέθηκε στον ουρανό και κατάφερε να πετάξει ψηλά και πάλι .

Έτσι οι δυο φίλοι , χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι, έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

 

~ΤΕΛΟΣ~

Η Αφροδίτη και το μυστήριο του χαμένου κεραυνού
Άννα Μαρία Μ.

Μια φορά κι έναν καιρό,κοντά σε μια λιμνοθάλασσα που ονομαζόταν «Ολύμπια Λίμνη», ζούσαν η Αφροδίτη, ο Ερμής Κυκνάκης και η Λουίζα .

Ένα πρωινό, εκεί που δεν το περίμενε κανείς, ο Δίας, έριξε έναν κεραυνό σε ένα βουνό που αποκαλούσαν «Σύννεφο». Αλλά ουράνιοι λαγοί, εμπόδισαν τον κεραυνό να φτάσει στο βουνό και αφού τον έκλεψαν, τον έκρυψαν σε μια σπηλιά στη λιμνοθάλασσα «Ολύμπια Λίμνη».

Η Αφροδίτη και οι φίλοι της, που πάντα έλυναν όλα τα μυστήρια με  μεγάλη επιτυχία , ξεκίνησαν από τα σπίτια τους για να φτάσουν στην «Ολύμπια Λίμνη», με σκοπό να βρουν τον χαμένο κεραυνό και να τον επιστρέψουν πίσω στον Δία.

Αλλά το ταξίδι ήταν πολύ μεγάλο και η Λουίζα, το μικρό κυκνάκι άρχισε να κουράζεται . Δεν την εγκατέλειψαν όμως. Δεν την άφησαν μόνη της. Έκαναν στάση να ξεκουραστούν και να πάρουν δυνάμεις.

Ξαφνικά, εμφανίστηκε μπροστά τους ένα τεράστιο, δηλητηριώδες τριαντάφυλλο .

-Θα σας πω ένα αίνιγμα. Αν το βρείτε θα σας αφήσω να συνεχίσετε το ταξίδι σας. Αν όμως δεν το βρείτε, θα σας τσιμπήσω και δεν θα μπορέσετε να κάνετε ούτε ένα βήμα. Θα μείνετε εδώ, αιχμάλωτοι μου για πάντα . Τους μίλησε με τη βαριά, δηλητηριώδη φωνή του.

Το αίνιγμα αυτό ήταν:

«Ποιος βρίσκεται στην εκκλησία και κρεμάμε τα μπουφάν μας;»

Η Αφροδίτη και η παρέα της, σκέφτηκαν πολλή ώρα μέχρι να βρουν τη σωστή απάντηση αλλά στο τέλος τα κατάφεραν.

-Ο καλόγερος! Φώναξαν όλοι μαζί με μια φωνή δυνατά.

Το δηλητηριώδες τριαντάφυλλο θυμωμένο, εξαφανίστηκε και οι φίλοι συνέχισαν το ταξίδι τους προς τη λίμνη, γεμάτοι ενθουσιασμό. Με μεγάλη προσοχή, έψαξαν όλη την περιοχή και ανακάλυψαν τελικά την σπηλιά στην οποία είχαν κρύψει οι ουράνιου λαγοί τον κεραυνό του Δία.

Χαρούμενη η Αφροδίτη, πήρε τον κεραυνό στα χέρια της και με τη βοήθεια των φίλων της ανέβηκε στο μονοπάτι που οδηγούσε στον Όλυμπο. Έδωσε τον χαμένο κεραυνό στον Δία κι εκείνος για την ευχαριστήσει της έκανε πολλά πολλά δώρα που μοιράστηκε απλόχερα με τους αγαπημένους της συντρόφους.

Κι έτσι, μετά από αυτή τη μεγάλη περιπέτεια, έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

~ΤΕΛΟΣ~

Η κουκουβάγια της Αθηνάς φοβάται να πετάξει
Σπύρος Ν.

Ήταν ένα φθινοπωριάτικο πρωινό στον Όλυμπο κι όλα έμοιαζαν γαλήνια. Το μόνο που τάραζε τούτη τη γαλήνη , ήτανε ένα κλάμα : «Κουκουβά, κουκουβά, αχ, ο Άρης σίγουρα θα με βρει και τότε θα έρθει το τέλος μου!»

Αυτά τα γεμάτα ανησυχία λόγια τα έλεγε η Σοφία Εξυπνούλα , η κουκουβάγια της Θεάς Αθηνάς. Κάτι μάλλον την είχε προβληματίσει πολύ.

-Έι ,φίλη, θέλω να κοιμηθώ! Σταμάτα να φωνάζεις . Αλλιώς ποιος ακούει τον Δία. Της φώναξε ο Ερμής.

Ο Λίκης, το έξυπνο σκουλίκι , ο καλύτερος φίλος της Σοφίας , πήγε αμέσως κοντά της, για να δει τι είχε πάθει η φίλη του .

-Καλημέρα Σοφία . Τι έχεις; Ρώτησε με ενδιαφέρον ο Λίκης.

-Να…Χθες το βράδυ μου είπε ο Άρ, ο Αρ, ο Άρης ότι θα με φάει! Κι αυτό με τρόμαξε τόσο πολύ, που από εκείνη τη στιγμή, δεν έχω καταφέρει να ξαναπετάξω.  Απάντησε σιγανά η Σοφία.

-Ω Αφροδίτη, ω ωραία Αφροδίτη. Θα του δείξω εγώ του Άρη. Θέλεις να με παντρευτείς ωραία Αφροδίτη;

Ξεκίνησε ξαφνικά να μιλάει μόνος του ο Λίκης, χωρίς να δίνει πια καμιά σημασία στο πρόβλημα της Σοφίας.

-Νομίζω πως κάποιος είναι ερωτευμένος με την Αφροδίτη! Αλλά και πάλι Λίκη, είσαι στα καλά σου; Το ξέρουν όλοι πως η Αφροδίτη αγαπάει μόνο τον απαίσιο Άρη. Πάει και τελείωσε. Ασχολήσου επιτέλους με το δικό μου πρόβλημα, το πως δηλαδή θα γλιτώσω από τον Άρη και θα μπορέσω να βρω το θάρρος να ξαναπετάξω κι άσε τα υπόλοιπα.

Εκνευρίστηκε η Σοφία.

-Εντάξει λοιπόν! Θα ξεχάσω την Αφροδίτη. Κι έχω και μια εξαιρετική ιδέα. Γιατί δεν πάμε στον Δία να μας βοηθήσει; Σίγουρα θα ξέρει κάτι παραπάνω αυτός.

-Ωραία ιδέαΛίκη. Πάμε!

Οι δυο φίλοι παρουσιάστηκαν μπροστά στον Δία κι εκείνος τους είπε, πως η Σοφία θα έπρεπε να γίνει Ολυμπιονίκης, θα έπρεπε να πιεί λίγο γάλα από το στήθος της Ήραςώστε να γίνει ατρόμητη και ανίκητη και μετά, θα έπρεπε να δώσει το χρυσό μετάλλιο που θα κέρδιζε στον Ήφαιστο.

-Σοφία, κατάλαβες τι μας είπε ο Δίας;

Ρώτησε ενθουσιασμένος ο Λίκης τη φίλη του, με το που επέστρεψαν στο σπίτι τους στο Παραμυθοδάσος.

-Τι; Ρώτησε αδιάφορα η Σοφία.

-Πως θα ζήσουμε μια τρομερή περιπέτεια . Απάντησε μες την καλή χαρά ο Λίκης.

-Α! Εμένα δεν μου αρέσουν καθόλου οι περιπέτειες. Τις έχω δει σε θρίλερ.

-Έλα τώρα Σοφία. Μπορείς να τα καταφέρεις. Σκέφτομαι αρχικά να σε γράψω στο στίβο του Παλληνιακούώστε να προπονηθείς καλά.

Της είπε πειστικά ο Λίκης κι αυτό έδωσε στα αλήθεια αρκετό θάρρος στην κουκουβάγια.

-Εντάξει Λίκη, θα το κάνω! Του είπε αποφασιστικά .

-Έτσι σε θέλω φίλη μου. Φώναξε γεμάτος περηφάνεια ο Λίκης.

Αργότερα, προς το απογευματάκι,ο Άρης ο Θεός του πολέμου , καθόταν στο τεράστιο, έρημο και σκοτεινό σαλόνι του.

-Πως θα αφανίσω αυτό το ανόητο πουλερικό καλή μου; Ρώτησε ο Άρης τη γυναίκα του την Αφροδίτη.

-Μπορείς καλέ μου , όταν πιάσεις την κουκουβάγια να τη δώσεις σε μένα, ώστε να γίνω πιο σοφή από την Θεά Αθηνά αλλά να μου δώσεις και το σκουλικάκι για να το παντρευτώ;Εεεε εννοώ για να το λιώσω; Σε παρακαλώ, τα θέλω και τα δύο για μένα. Αλλιώς δεν θα σ αγαπάω πια.

Παρακάλεσε η Αφροδίτη τον Άρη καθώς του έφερνε το τσάι του.

Ο  Άρης, ήπιε μια γουλιά από το τσάι και σκέφτηκε τα παρακαλετά της γυναίκας του . Στην αρχή δίστασε λίγο. Όμως ποτέ δεν της χάλαγε  χατίρι. Αποφάσισε λοιπόν να της κάνει τη χάρη . Άλλωστε, ήταν και μια καλή ευκαιρία,  να ξεφορτωθεί και την κουκουβάγια και το σκουλικάκι.

-Καλή μου μην ανησυχείς. Θα τους κανονίσω και τους δυο.

Στο μεταξύ, την επόμενη κιόλας μέρα, ο Λίκης έγραψε τη Σοφία στο στίβο. Κι ενώ εκείνη ήθελε να φύγει , δεν το τολμούσε. Καλύτερα στο κάτω κάτω να κάνεις κάτι που δεν σου αρέσει,  παρά να αφανιστείς! Ο προπονητής μάλωνε συνέχεια την Σοφία γιατί όταν αυτοί έκαναν ασκήσεις εκείνη διάβαζε κάποιο βιβλίο ή μιλούσε με τα άλλα παιδιά, με αποτέλεσμα, ο προπονητής να τηλεφωνεί κάθε φορά στον Λίκηκαι να παραπονιέται.

Ο Λίκης έπαιρνε τότε, κάτι ξυλοπόδαρα, φορούσε ένα φαρδύ γκρι παλτό και ένα καφέ μουστάκι και με αυτόν τον τρόπο ξεγελούσε τους πάντες. Όλοι νόμιζαν πως ήταν ο κηδεμόνας της Σοφίας . Την έπαιρνε από το χέρι και της έλεγε με βαριά φωνή:

-Αν το ξανακάνεις  αυτό Σοφία, θα σου κόψω τον στίβο.

Δυο εβδομάδες μετά η Σοφία σταμάτησε τις προπονήσεις. Ο Δίας το έμαθε και θύμωσε πάρα πολύ. Αλλά και οι υπόλοιποι Θεοί και οι Τιτάνες ξησηκώθηκαν εναντίον της, εκτός από την Αθηνά και την Άρτεμη. Μόνο αυτές ήταν στο πλευρό της . Κανείς άλλος.

Ο Δίας έδωσε το σύνθημα να γίνει πόλεμος , οι Θεές πολεμούσαν όσο πιο καλά μπορούσαν, μα δεν τα κατάφερναν.

-Είναι πολύ δυνατοί όλοι οι υπόλοιποι. Είπε εξαντλημένη από την κούραση η Αθηνά.

-Έχεις δίκιο συμφώνησε η Άρτεμης . Δεν θα καταφέρουμε τίποτα.Εγώ φεύγω. Bye.

-Κι εγώ φεύγω, είπε η Αθηνά. Καλή τύχη, Σοφία.

Για πρώτη φορά σε αυτήν την περιπέτεια, η Σοφία ένιωσε τόσο μεγάλη απογοήτευση .

Ξαφνικά όμως ο Λίκης,που πάντα βρίσκει έξυπνες λύσεις για όλα φώναξε δυνατά ώστε να ακουστεί :

-Αγαπητοί Θεοί και Τιτάνες ,αυτός ο απαίσιος ο Άρης έχει κάνει την κουκουβάγια της σοφότερης Θεάς να φοβηθεί τόσο πολύ, ώστε να σταματήσει να πετάει. Επίσης, σας έχει κάνει όλους κακούς και άπληστους. Τι θα γίνει; Θα μείνουμε εδώ να πολεμάμε και θα τον αφήσουμε να ξεφύγει;

-Όχιιιι. Απάντησαν όλοι με μια φωνή και σταμάτησαν αμέσως τη μάχη.

Η Σοφία, χαρούμενη και ενθουσιασμένη, ένιωσε πως χάρη στον φίλο της τον Λίκη, όλοι οι Θεοί ήταν πια με το μέρος της και δεν είχε να φοβηθεί τίποτα και κανέναν.

Αμέσως, έκανε ένα εντυπωσιακό κόλπο με τα φτερά της, σηκώθηκε ψηλά και πέταξεκαι στη συνέχεια , έριξε τον πολεμοχαρή Άρη στο ηφαίστειο που βρισκόταν δίπλα τους.

Με αυτόν τον τρόπο, τελείωσε μια η απειλητική εποχή για τους Θεούς του Ολύμπου αλλά και για την Βάγια Κουκουβάγια.

Όσο για τον Λίκη; Παντρεύτηκε τελικά την Θεά Αφροδίτη κι έτσι έγινε άνθρωπος . Κι αν ρωτάτε για τον Άρη; Ακόμη προσπαθεί να βγει από το ηφαίστειο, στο κέντρο της γης!

Κι έτσι,  ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

~ΤΕΛΟΣ~

Ο Αστερίας που ήθελε να γίνει αστέρι στον ουρανό
Μαριντίνα Β.

Ένα παραμύθι θα σας πω, που θα σας αφήσει με το στόμα ανοιχτό. Ένας μικρός αστερίας του νερού, ήθελε να γίνει αστέρι του ουρανού. Ο Αστέρας μας λοιπόν, είχε φίλους τρομερούς. Είχε την Αστερίνα που ήταν καλό παιδάκι . Καθώς έπαιζαν κρυφτό, ένα αστέρι του ουρανού άτακτο ήτανε πολύ και την μαρτύρησε στη στιγμή.

-Εδώ είναι ο Αστερίας. Εδώ το Αστεράκι.

-Μην μας χαλάς το παιχνίδι σε παρακαλώ ,εσένα θα σου άρεσε να στο κάνουν αυτό;

Είπαν τα παιδιά με δυνατή φωνή, το Αστεράκι τρόμαξε ψηλά που είναι εκεί.

-Εμείς στον ουρανό δεν παίζουμε κρυφτό . Εμείς χορεύουμε ,μιλάμε, αστράφτουμε, γελάμε.

Η μαμά του Αστερία τον φώναξε:

-Έλα, ώρα να φάμε.

-Αντίο αστερόφιλοι μου, θα τα πούμε αύριο, φίλια, σας αγαπώ τρελά

Το βράδυ ο Αστερίας όνειρο βλέπει τρομερό, είδε πως ήτανε αστέρι στον ουρανό.

-Αχ τέλειο θα ήταν, να ήταν το όνειρο αυτό, αληθινό.

Το πρωί ο Αστερίας ετοιμάστηκε γοργά , ανυπομονούσε να συναντήσει τα άλλα τα παιδιά Πήγε στο σχολείο να μορφωθεί καλά και τότε τον ρωτήσανε τα άλλα τα παιδιά:

-Τι έχεις Αστερία και είσαι μέσα στην τρελή χαρά;

Κι αυτός απάντησε δυνατά.

-Όνειρο είδα φοβερό, είδα πως ήμουν αστέρι στον ουρανό.

-Πωπωπωπω, τι όνειρο είναι αυτό.

Όλη η τάξη απάντησε προσέχοντας καλά. Ξαφνικά οι δυο κολλητοί εμφανίζονται στη στιγμή.

-Κάνε το όνειρο σου αληθινό. Είπε η τσαχπίνα η Αστερίνα.

Το Αστεράκι όμως σκέφτηκε κι αυτό:

-Δεν θέλω να πάει ψηλά στον ουρανό. Πως θα παίζουμε κρυφτό, πως θα μιλάμε, θα γελάμε αν αυτός είναι ψηλά και εμείς χαμηλά; Δεν θα τον αφήσω να φύγει μακριά, εδώ θα κάτσει με εμένα συντροφιά.

Κάθε βραδάκι το Αστεράκι του θυμίζει τα παλιά, χαχαχαχουχουχου, γέλαγαν ασταμάτητα.

-Αχ τι γέλιο και αυτό, κρίμα που θα πας ψηλά στον ουρανό, εγώ να ξέρεις πάντως θα στεναχωρηθώ που θα σε αποχωριστώ.

Είπε το Αστεράκι που είχε ύπουλο μυαλό. Στόχος του ήτανε ο Αστερίας να συγκινηθεί και να κάτσει εδώ στη γη, στη Θαλασσοπολειτία που είχε μια πλατεία και παίζανε κρυφτό, λίγο πριν πάνε για φαγητό.

Ο Αστερίας το σκέφτηκε καλά , μα λύση δεν βρήκε τελικά. Γι αυτό το είπε στη μαμά:

-Μαμά, πως θα ανέβω εκεί ψηλά;

-Καλέ που, στον ουρανό; Με τα υπόλοιπα τα αστέρια τα λαμπερά;

Απάντησε έκπληκτη η μαμά, από τα νέα αυτά.

Ο Αστερίας δεν απάντησε, φοβήθηκε για τα καλά, νόμιζε πως θα τον βάλει τιμωρία η μαμά. Έτρεξε λοιπόν στο δωμάτιο του και πήρε τηλέφωνο τα παιδιά, όμως δεν βρήκαν λύση ούτε αυτά.

Τότε ο Αστερίας μας βγήκε από το δωμάτιο του με αμφιβολία και τα είπε όλα στη μαμά:

-Αυτά που λες γίνανε μαμά.

Τότε η μαμά με απορία ρώτησε:

-Και γιατί δεν μου τα είπες τόσο καιρό; Τι φοβόσουν; Πως θα στεναχωρηθώ;

-Όχι, φοβήθηκα τιμωρία μην μπω, επειδή ήθελα να γίνω αστέρι στον ουρανό.

Η ώρα όμως δε τους άφησε να τελειώσουν την κουβέντα, κρίμα όμως πραγματικά το λέω, μέσα από τα βάθη της καρδιάς.

-Ύπνο γρήγορα, μπες κάτω από την κουβέρτα, θα συνεχίσουμε αύριο αυτή την κουβέντα.

Πηγαίνει ο Αστερίας στο σχολείο, μάθημα να κάνει μες το κρύο . Η μαμά του το δωμάτιο του συγυρίζει . Σταματάει τη δουλειά της και φοράει τα καλά της, πηγαίνει να βρει το χταπόδι το σοφό, να της πει το μυστικό, πως να πάει ο γιος της στον ουρανό.

Το χταπόδι απαντά με σοφία για μια ακόμη φορά.

-Ανεμόσκαλα να βρει, στον ουρανό να ανεβεί, από το αστέρι το λαμπρό να κρατηθεί, να ανέβει.

Ο Αστερίας μας λοιπόν, γυρνώντας από το σχολείο, είχε έτοιμο τον τρόπο να κάνει το όνειρο του αληθινό. Χωρίς να χάσει ένα λεπτό, έτρεξε στον ωκεανό, ανεμόσκαλα να βρει, στον ουρανό να ανεβεί.

Οι φίλοι του τον ακολουθούν συγκινημένοι, τον αποχαιρετούν. Το Αστεράκι λυπημένο του κρατάει το χεράκι και του λέει.

-Θα μας λείψεις φιλαράκι.

Η μαμά λόγια του λέει τρυφερά, με αγάπη τον φιλά. Εκείνος με δάκρυα στα μάτια ανεβαίνει, πίσω δεν κοιτάει , το όνειρο δεν μπορεί να περιμένει.

Στα μισά της σκάλας έχει φτάσει, μα ξαφνικά διστάζει. Την παλιά του τη ζωή αναπολεί , την μαμά του και τους φίλους του, ήδη νοσταλγεί.

Νιώθει μόνος, φοβισμένος και πολύ στεναχωρημένος κι εκεί που αποφασίζει, νιώθει στην πλάτη ένα χάδι, που το μυαλό του καθαρίζει και δύναμη την ψυχή του μεμιάς γεμίζει.

Δεν θα το πιστέψετε αλλά συνέβη, το Αστεράκι είχε αποφασίσει να ανέβει, όχι για να ζήσει και αυτό στον ουρανό, αλλά δύναμη να δώσει στο φιλαράκι του το καλό.

-Κυνήγα το όνειρο σου, αξίζει, να πας ψηλά, εμείς θα σε αγαπάμε εδώ στα χαμηλά. Προχώρα μη διστάζεις και πίσω μην κοιτάς . Και να ξέρεις εμείς εδώ θα είμαστε, να σε καμαρώνουμε, ψηλά που θα πετάς.

Τα λόγια αυτά τα μαγικά, δύναμη του δίνουν, να ανέβει εκεί ψηλά

-Αντίο φίλοι μου θα σας αγαπώ παντοτινά, όσο ψηλά κι αν φτάσω, δεν θα σας ξεχάσω .

Κι αν κάποια νύχτα δείτε ένα πεφταστέρι, εγώ θα το έχω αφήσω να μου φύγει απ΄ το χέρι. Να κάνετε γρήγορα μια ευχή και να είστε σίγουροι, θα βγει αληθινή.

~ΤΕΛΟΣ~

Ο χαμένος κεραυνός του Δία
Οδυσσέας Β.

Μια φορά και ένα καιρό, στον Όλυμπο, ζούσαν οι 12 Θεοί.

Ένας από αυτούς ήταν κι ο Ερμής. Ο αγγελιοφόρος των Θεών.  Ο Ερμής λοιπόν, προσκλήθηκε στο παλάτι του Δία. Ο Δίας, τον ήθελε για να τον βοηθήσει να λύσει ένα μυστήριο. Ποιο μυστήριο; Μα αυτό, του χαμένου κεραυνού!

Είχε στεναχωρηθεί πολύ βλέπετε, ο αρχηγός των Θεών που κάποιος δεν τον σεβόταν και του πήρε τον αγαπημένο του κεραυνό. Ο ίδιος ο Ήφαιστος, τον είχε φτιάξει από χρυσό.

Ο Ερμής, ένιωσε σπουδαίος που ο Δίας τον διάλεξε και δεν έχασε λεπτό. Πέταξε και βρήκε τον φίλο του τον Αρχέλων στην Ζάκυνθο. Ο λόγος για τον οποίο ζήτησε τη βοήθεια του Αρχέλωνος ήταν ότι ο φίλοςτου ταξίδευε πολύ και ήξερε πολλά μέρη και πολλές κρυψώνες.

Ο Αρχέλων λοιπόν, του διηγήθηκε, ότι είχε δει μια γυναίκα ντυμένη με χρυσά φορέματα μέσα σε μια βάρκα, να κρατάει κάτι σαν δόρυ που έλαμπε στον ήλιο. Η βάρκα έπλεε προς την Σάμο.

Λέτε αυτή η γυναίκα, να είχε κλέψει τον κεραυνό του Δία;

Μόλις το άκουσε αυτό ο Ερμής, αμέσως πέταξε πάνω από το Αιγαίο με τα φτερωτά του πόδια για να βρει αυτήν τη γυναίκα με τα χρυσά φορέματα, αλλά το μόνο που είδε ήταν ψαράδες στις βάρκες τους. Λέτε αυτή η γυναίκα να μεταμορφώθηκε;

Ο Ερμής δυστυχώς,γύρισε στην Ζάκυνθο , στον φίλο του τον Αρχέλωνα όλο απογοήτευση.

Πως θα έδειχνε τώρα στον Δία τις ικανότητες του; Το πράγμα δυσκόλευε…

Τότε ο Αρχέλων, του σύστησε να πάρει μια μεγάλη μπουρμπουλήθρα από τον θείο του τον Ποσειδώνα,για να αποκτήσει έτσι την ικανότητα να αναπνέει κάτω από το νερό.

Ο Ερμής, πήρε λοιπόν, μια μπουμπουλήθρα και ακολούθησε τον Αρχέλωνα υποβρύχια, για να μπορέσουν να ψάξουν μαζί.
Ακολούθησαν μια βάρκα που ήταν σκεπασμένη με μπλε κάλυμμα και που τους φαινόταν ύποπτη. Τους οδήγησε σε μια  υποβρύχια σπηλιά στη Σάμο.

Μόλις φτάσανε στην σπηλιά, άκουσαν τις φωνές των ανθρώπων του νησιού . Αμέσως πήγαν να δουν τι γινόταν. Μέσα στο πλήθος αντίκρυσαν την Ήρα.

Ερμής: Ήρα τι κάνεις εδώ;

Ήρα: Μα εδώ είναι ο ναός μου, το Ηραίο.

Ερμής: Τι κρύβεις μέσα στη βάρκα;

Τότε η Ήρα τους αποκρίθηκε πως εκείνη είχε πάρει τον κεραυνό του συζύγου της,  για να του δώσει ένα μάθημα. Κι έτσι, ο Ερμής επέστρεψε γεμάτος ενθουσιασμό στον Δία, για να του πει πως έλυσε το μυστήριο!!! Βρήκε τον κεραυνό!

Εκείνη τη μέρα, ο Δίας πήρε ένα πολύτιμο μάθημα.

Ακόμη κι αν ήταν ο αρχηγός των Θεών και των ανθρώπων, έπρεπε να σέβεται τους άλλους.

Κι έτσι, έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

~ΤΕΛΟΣ~

Ο αστερίας που ήθελε να γίνει αστέρι στον ουρανό
Πανωραία Αικατερινία Μπ.

Ένα παραμύθι θα σας πω που θα σας αφήσει με το στόμα ανοιχτό!

Ο Αστερίας μας ο μικρός, είδε ένα όνειρο, να γίνει αστέρι του ουρανού. Κατευθείαν, φώναξε τη μαμά του και τον μπαμπά του, την Αστερία και τον Αστερούλη και τους είπε τα πάντα για το όνειρο που είχε δει.

Όπως είναι φυσικό, όλοι ήθελαν να τον βοηθήσουν ώστε το όνειρο του να γίνει πραγματικότητα. Προσπαθούσαν και προσπαθούσαν, να πάνε όλα καλά και να του δώσουν μεγάλη χαρά αλλά ήταν ανώφελο, τίποτα δεν πήγαινε σωστά  .

Όμως ο Αστερίας μας δεν το έβαζε κάτω. Προσπαθούσε και προσπαθούσε, ανέβαινε σε ανεμόσκαλες που όμως ήταν κοντές, τρύπωνε σε καλάθια που στριφογύριζαν και μπορούσαν να σε εκτοξεύσουν ψηλά αλλά και πάλι όχι τόσο ψηλά όσο χρειαζόταν, σκαρφάλωνε σε ουρανοξύστες μυτερούς αλλά και πάλι δεν τα κατάφερνε. Καθόταν στο κρεβάτι του και σκεφτόταν.

-Μμμμ! Πως θα είναι άραγε, να είσαι αστέρι του ουρανού;

Όμως ακριβώς το αντίθετο από αυτό που σκεφτόταν ο Αστερούλης, σκέφτονταν τα αστέρια του ουρανού. Ένα από αυτά ήταν κι ο Δημητρούλης, που αναρωτιόταν μέρα νύχτα, πως θα μπορούσε να γίνει αστερίας της θάλασσας.

Στο μεταξύ, η μαμά του Αστερία, η Αστερίνα, που ήθελε πολύ να βοηθήσει το παιδί της να πραγματοποιήσει το όνειρο του, θυμήθηκε ότι υπάρχει μια πύλη στο τέλος της θάλασσας,που μπορεί να τον οδηγήσει εκεί ακριβώς που θέλει. Μόνο που για να πάει κάποιος εκεί, θα έπρεπε πρώτα να περάσει από τον τυφώνα κι έναν τεράστιο καρχαρία που ό,τι βλέπει μπροστά του το τρώει. Η μαμά το είπε στον Αστερία και εκείνος χωρίς να δειλιάσει λεπτό απάντησε με τόλμη:

-Δεν θα το βάλω κάτω μαμά. Θα τα καταφέρω, θα ξεπεράσω όλα τα εμπόδια και θα πάω στον ουρανό, να κάνω παρέα με τα άλλα αστέρια εκεί ψηλά.

Ο Αστερίας, χωρίς να χάσει λεπτό, άρχισε να ετοιμάζεται για το  ονειρικό του ταξίδι.

-Φεύγω μανούλα μου, το όνειρο μου με περιμένει.

-Κάνε ότι θες,  παιδί μου, αλλά μη μου πεις μετά, πως δεν σε προειδοποίησα για τους κινδύνους. Να προσέχεις πολύ.

-Εντάξει μαμά. Θα προσέχω πολύ.

Και κάπως έτσι, ξεκίνησε επιτέλους, το μακρινό του ταξίδι.

Στην αρχή όλα φαινόταν εύκολα και ήρεμα. Πέρασε από τις γειτονιές των φίλων του κι ο πρώτος που συνάντησε, ήταν ο φίλος του ο Οχτάποδος.

-Καλημέρα Οχτάποδε.

-Καλημέρα και σε σένα Αστερία. Για που το έβαλες;

-Πάω να γίνω αστέρι στον ουρανό.

-Να έρθω κι εγώ μαζί σου;

-Ναι φυσικά φίλε μου.

Οι δυο φίλοι συνέχισαν παρέα το ταξίδι τους. Περπατούσαν και περπατούσαν θαυμάζοντας το βυθό της θάλασσας. Μετά από λίγα λεπτά όμως και εντελώς ξαφνικά και απροειδοποίητα, βρέθηκαν μέσα στη δίνη του φοβερού τυφώνα .

-Ωωωω! Φώναξε ο Οχτάποδος.

-Ααααα! Φώναξε ο Αστερίας.

Τότε ο Οχτάποδος, γαντζώνει τον αστερία με μεγάλη δύναμη μέσα στην αγκαλιά του και παρόλο που ο τυφώνας τους στροβιλίζει δυνατά, αυτοί καταφέρνουν και πετάγονται έξω από αυτόν και σώζονται.

-Ούφ! Τα καταφέραμε. Αναφωνεί ανακουφισμένος ο Αστερίας.

Κάθονται στην άκρη ενός βράχου και πεινασμένοι καθώς είναι, αρχίζουν να τρώνε πλαγκτόν. Τότε εμφανίστηκε μπροστά τους απότομα, ένας πελώριος γιγαντιαίος καρχαρίας, έτοιμος να τους καταβροχθίσει.

Ο Οχτάποδοςόμως, έχει μια πολύ, μια έξυπνη ιδέα. Για να αποσπάσει την προσοχή του καρχαρία, ξεκινάει να κάνει ζογκλερικά νούμερα, κουνώντας τα οκτώ πόδια του, στους ρυθμούς του βυθού, ξεγελώντας μια χαρά, τον καρχαρία.

-Αστερία, φωνάζει στο φίλο του. Συνέχισε μόνος σου το ταξίδι . Εγώ θα μείνω για λίγο ακόμη εδώ να απασχολώ τον καρχαρία και μετά θα επιστρέψω σπίτι. Εσύ πήγαινε να πραγματοποιήσεις το όνειρο σου.

Τότε ο Αστερίας, γλιστράει σιγά σιγά, από τον βράχο και περνάει μπροστά, μόνος του συνεχίζει το ταξίδι του προς τον ουρανό. Του λείπει ο φίλος του αλλά και πάλι είναι χαρούμενος που κάνανε μαζί, έστω κι ένα μέρος της διαδρομής.

Περπατάει πολλές ώρες κι αφού έχει πια βραδιάσει, σκουντουφλάει  πάνω σ έναν τοίχο, που δεν είναι τίποτα άλλο από την πύλη που θα  κάνει το όνειρο του πραγματικότητα.  Έλα όμως που η πύλη δεν ανοίγει με τίποτα!

Ξαφνικά, ανάβει ένα φως τυφλώνοντας τον αστερία και μέσα από την πύλη ακούγεται φασαρία.

-Ποιος είναι εκεί;  Φώναξε ο Αστερίας.

-Είμαι ο Ποσειδώνας ο Θεός της θάλασσας. Τι θέλεις Αστερία μου; Τον ρωτάει ο Θεός.

-Θέλω να περάσω την πύλη,για να μπορέσω να γίνω αστέρι στον ουρανό.

-Για να γίνει αυτό Αστερία μου, πρέπει να πεις έναν γλωσσοδέτη.

-Ωραία Ποσειδώνα συμφωνώ. Εγώ θα πω τον γλωσσοδέτη κι εσύ μετά ως αντάλλαγμα θα μου ανοίξεις την πύλη.

-Ξεκίνα λοιπόν Αστερία να λες το «κοράλι , ψιλοκόραλο και ψιλοκοραλάκι».

-Κοράλι, ψιλοκόραλο και ψιλοκοραλάκι. Κοράλι, ψιλοκόραλο και ψιλοκοραλάκι. Ο Αστερίας χωρίς να μπερδευτεί καθόλου, λέει τον γλωσσοδέτη, δυνατά και καθαρά.

-Ωωωω! Μα τα θαλάσσια δελφίνια, τα κατάφερες και το είπες σωστά. Εντυπωσιάζεται ο Ποσειδώνας.

-Μα φυσικά, τι περίμενες!

-Εντάξει λοιπόν φίλε Αστερία, η συμφωνία είναι συμφωνία. Σου ανοίγω την πύλη ευθύς αμέσως.

Τότε η πύλη ανοίγει και ο αστερίας μας βρίσκεται μπροστά σε μια ανεμόσκαλα. Ένα δυνατό φως τον τυφλώνει και για μια στιγμή τα χάνει.

-Τι έγινε; Ποιος είναι εκεί; Ρωτάει γεμάτος αγωνία.

-Εγώ είμαι. Το φωτεινό αστέρι ο Δημητρούλης.

-Ααααεπιτέλους έρχομαιιιι!

Φωνάζει με την πιο δυνατή κι ενθουσιασμένη φωνή του ο Αστερίας και αρχίζει να ανεβαίνει με μεγάλη προσοχή στην ανεμόσκαλα . Φτάνει με μεγάλη ευκολία, στο τελευταίο σκαλί, όπου τον περιμένει ανυπόμονα ο Δημητρούλης.

-Έφτασες επιτέλους; Σε παρακολουθούσα τόσο καιρό και σε περίμενα με τόση χαρά να φτάσεις.

-Μη νομίζεις Δημητρούλη , δεν ήταν εύκολο το ταξίδι μου.

-Έλα Αστερία, θα σε βοηθήσω να κάνεις το όνειρο σου αληθινό, να φωτίσεις, να γίνεις αστεράκι στον ουρανό.

Και με μιας ο Δημητρούλης, του ρίχνει λαμπρόσκονηκαι ο Αστερίας μας φωτίζει τα πάντα γύρω του, σαν λαμπερή πυγολαμπίδα.

Ήταν στα αλήθεια, το πιο φωτεινό αστέρι στον ουρανό! Τόσο πολύ  φώτιζε, που η λάμψη του έφτανε μέχρι τον βυθό! Κι έτσι η μαμά Αστερίνα, κατάλαβε ότι το παιδί της, είχε καταφέρει επιτέλους, να πραγματοποιήσει αυτό που είχε ονειρευτεί.

Ξαφνικά, ένας δυνατός άνεμος φύσηξε απότομα, πολύ απότομα και …πέταξε τον Αστερία από τον ουρανό και πάλι πίσω στο βυθό!

Την ίδια στιγμή ακούστηκε μια φωνή μια γλυκιά φωνή…

-Αστερία μου, ξύπνα. Είναι η ώρα για να πας στο σχολείο!

Και τότε ο Αστερίας μας κατάλαβε , πως…απλώς ονειρεύτηκε!

 

~ΤΕΛΟΣ~